κατασκευάζομαι


κατασκευάζομαι
κατα|σκευάζομαι готовиться (ὅπως к тому, чтобы)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "κατασκευάζομαι" в других словарях:

  • κατασκευάζομαι — κατασκευάζομαι, κατασκευάστηκα, κατασκευασμένος βλ. πίν. 36 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • κατασκευάζομαι — κατασκευάζω equip pres ind mp 1st sg κατασκευάζω equip pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατασκευάζω — (AM κατασκευάζω Α και δωρ. τ. κατασκευῶ, όω) 1. σχηματίζω, φτειάχνω κάτι από κάποιο υλικό ή από διάφορα υλικά, δημιουργώ κάτι (α. «κατασκευάζω γέφυρα» β. «κατασκευάζω ἐπιτείχισμα ἐπὶ τὴν Ἀττικήν», Δημοσθ.) 2. επινοώ με δόλιους σκοπούς,… …   Dictionary of Greek

  • ανίστημι — ἀνίστημι (AM) 1. σηκώνω, εγείρω 2. μεσ. ανασταίνομαι αρχ. Ι. ενεργ. 1. σηκώνω από τον ύπνο, ξυπνώ 2. σηκώνω από τον τάφο, ανασταίνω 3. βγάζω κάποιον από την αθλιότητα, δυστυχία ή δουλεία 4. (για πράγματα) ιδρύω, ανεγείρω, στήνω, κατασκευάζω 5.… …   Dictionary of Greek

  • ενναυπηγούμαι — ἐνναυπηγοῡμαι, έομαι (Α) ναυπηγούμαι, κατασκευάζομαι σε έναν τόπο («τὰς τριήρεις πρῶτον ἐν Κορίνθῳ... ἐνναυπηγηθῆναι», Θουκ.) …   Dictionary of Greek

  • επικραίνω — ἐπικραίνω (Α) εκπληρώνω, επιτελώ, εκτελώ, φέρω εις πέρας («ἠδ’ ἔτι καὶ νῡν μοι τόδ’ ἐπικρήηνον ἐέλδωρ», Ομ. Ιλ.) 2. παθ. ἐπικραίνομαι κατασκευάζομαι, γίνομαι, εκτελούμαι, συμπληρώνομαι («ἐπεκραίνετο μόρσιμος αἰών», Αισχύλ.) 3. διευθύνω, κυβερνώ 4 …   Dictionary of Greek

  • καλοκαμώνομαι — 1. συντελούμαι, γίνομαι εντελώς 2. ωριμάζω 3. (συν. στη μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) καλοκαμωμένος, η, ο α) (για πράγματα) καλά, τέλεια κατασκευασμένος, καλοφτειαγμένος, περίτεχνος, καλοδουλεμένος («καλοκαμωμένο έπιπλο») β) (κυρίως για καρπούς)… …   Dictionary of Greek

  • καταχαλκεύω — (AM) κατεργάζομαι χαλκό, χύνω κάτι σε χαλκό, κατασκευάζω κάτι με χαλκό αρχ. παθ. καταχαλκεύομαι κατασκευάζομαι («ἐπ οὐδενὶχρησίμῳ κατεχαλκεύθη», Γρηγ. Νύσσ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + χαλκεύω «κατασκευάζω κάτι από χαλκό»] …   Dictionary of Greek

  • κατεσκευασμένως — (Α) επίρρ. ευσχήμως, ευλογοφανώς. [ΕΤΥΜΟΛ. < μτχ. παρακμ. κατεσκευασμένος τού ρ. κατασκευάζομαι] …   Dictionary of Greek

  • κομψεύω — (Α κομψεύω) [κομψός] κάνω κάτι κομψό, προσδίδω κομψότητα σε κάτι νεοελλ. (συν. το μέσ.) κομψεύομαι 1. προσπαθώ να είμαι ή να φαίνομαι κομψός 2. (η μτχ. παθ. παρακμ.) κομψευόμενος, η, ο ντυμένος με επιτηδευμένη κομψότητα αρχ. 1. μιλώ με κομψότητα …   Dictionary of Greek

  • μυουρίζω — (ΑΜ μυουρίζω) [μύουρος] καταλήγω σε ουρά ποντικού, απολήγω σε οξύ άκρο, είμαι μυτερός στο άκρο μου νεοελλ. ναυτ. κατασκευάζω μύουρο στο άκρο σχοινιού για εύκολη εισαγωγή του στους τροχίλους αρχ. 1. (για τον σφυγμό) εξασθενώ, γίνομαι βαθμηδόν… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.